Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2011

Κατάδυση στο παλιό σαλόνι..

          Σ΄εκείνο το σαλόνι ζούσαμε όλη μας την ημέρα. Εκείνο το φιλόξενο και ζεστό αγαπημένο μου σαλόνι. Στο πατρικό σπίτι, στη Σαλονίκη... Δεν υπάρχει πια. Με πήρε η ζωή και με πήγε μακριά. Ή την άρπαξα εγώ από τα μαλλιά, αυτό δεν έχει διευκρινιστεί ακόμα..Θα μας το εκμυστηρευθεί ο γέρο χρόνος όταν εκείνος το αποφασίσει.
        Είναι  λέει Τετάρτη ή Πέμπτη δε ξέρω, πάντως καθημερινή, βραδάκι γύρω στις 9. Εγώ γύρω στα 15, με κατι μαθηματικά να σβουρίζουν στο κεφάλι μου ποτέ δεν τους έδωσα το χρόνο για να τα καταλάβω, καλλιτεχνική φύση γάρ. Τόση τάξη ποτέ μου δεν την ήθελα, πάντα χρειαζόμουν ένα παραθυράκι αναρχίας, ένα κλείσιμο ματιού, ένα πονηρό χαμογελο να αναταράξει λίγο τα ήσυχα νερα.
Στο σαλόνι λοιπόν εγώ και η αδερφή μου κοιτάμε τηλεόραση και η μαμά  σιδερώνει. Χρόνια μετά την κατάλαβα και συνειδητοποίησα πόση πολύ δουλειά έχει ρίξει σ΄αυτήν την οικογένεια...
        Κάπου εκεί τριγυρίζει και το μικρό μας, γύρω στα 3, 4 τότε. Το πιο ήσυχο παιδί που έχω γνωρίσει στη ζωή μου. Η τηλεόραση να παίζει μάλλον ελληνική ταινία ή το πολύ πολύ κάποια καινούρια ελληνική σειρά από την νεογέννητη ιδιωτική τηλεόραση. Έξω κρύο παγωνιά και ο βαρδάρης να φυσά δαιμονισμένος δυο μέρες τώρα... Είμαι σίγουρη οτι αύριο θα σταματήσει επιτέλους και θα έχει έναν τόσο λαμπερό ήλιο που θα μοιάζει η πόλη σαν να πλύθηκε μέχρι το τελευταίο της μόριο. Καθαρή και λαμπερή. Η Θεσσαλονίκη μου. Το μάτι της μαμάς παίζει πότε στην τηλεόραση, πότε στο σίδερο και πότε στο ρολόι του τοίχου- όπου να ναι θα φανεί...-
      Πάω για λίγο στο δωμάτιο, γράφω στο ημερολόγιο, ακούω λίγο μουσική, ξεχνιέμαι...-Βγές ρε παιδάκι μου από κείνο το δωμάτιο να σε δούμε και λίγο!- η φωνή της μάνας μου. Χρόνια αργότερα που μου έλεγε οτι περνούσα πολλές ώρες σ εκείνο το δωμάτιο και σχεδόν δε συζητούσα μαζί τους, τότε το συνειδητοποίησα οτι είχα ένα θησαυρό δίπλα μου και γω θεωρώντας τον δεδομένο, 'εψαχνα να βρώ τη ζωή και τους δρόμους της. Βγαίνω έξω και τους κάνω παρέα, κοιτάζω τηλεόραση αλλά δε βλέπω και παιζω με τη μικρή.
          Σε λίγο χτυπάει το κουδούνι- είναι ο μπαμπάς. Δεν παίρνει ποτέ κλειδιά όταν είναι βραδινός, του αρέσει να του ανοίγει κάποιος την πόρτα. Τα χέρια του παγωμένα αλλά το χαμόγελό του τα λιώνει όλα. Επιτέλους σπίτι. Στην οικογένειά του. Τι μεγάλη περηφάνεια, τι μεγάλη προσμονή...
Βάζει τα χέρια στο παλτό και βγάζει ένα μάτσο σοκολάτες,μπισκότα, τσίχλες που έχει πάρει βιαστικά από ένα περίπτερο- τα βγάζει όλα στο τραπέζι και μείς τα τρώμε και γελάμε. Η διάθεση του σαλονιου αλλάζει, ένας άνεμος έρχεται να μας πεί τα νέα της ημέρας. Μέχρι να περάσει η ώρα και να πάμε όλοι για ύπνο.
       Είναι ένα βράδυ κλεισμένο μέσα μου τόσο ζεστά και όμορφα που με τα χρόνια έχει μεταμορφωθεί απο ένα καθημερινό βράδυ, σε ένα προορισμό που ποτέ δεν θα μπορέσω να ξαναπάω όσο κι αν προσπαθήσω! Και τι δε θα δινα να βρισκόμουν μισή ώρα εκει και να το ζω πραγματικα. Και τι περήφανη και γεμάτη είμαι που το ζησα!!