Τετάρτη 24 Αυγούστου 2011

Εγώ και το παπί

    Εδώ στην εξοχή λοιπόν, είθισται τις πρωινές ώρες, βγαίνοντας έξω, να συναντάς ανθρώπους με τα σκυλιά τους, ανθρώπους που αθλούνται τρέχοντας ή κάνοντας ποδήλατο, γενικά όλος ο κόσμος της μικρής αυτής πόλης,είναι έξω.Ακόμα και ηλικιωμένοι με κινητικά προβλήματα που στην Ελλάδα δεν θα είχαν καμία τύχη αν προσπαθούσαν να βγούν έξω, εδώ μπορούν να μετακινηθούν με μικρά ηλεκτρικά καροτσάκια, εντελώς μόνοι τους. Χωρίς καμία βοήθεια, ολομόναχοι!!!
    Μια από αυτές τις μέρες λοίπόν, βγήκα να ξαναθυμηθώ το τρέξιμο. Έτσι κι αλλιώς αν και Αυγουστος ο ήλιος δεν είναι ποτέ τόσο εκτυφλωτικός ώστε να σε αποθαρρύνει, τουναντίον εκεί που τρέχεις και έχεις ζεσταθεί, μπορεί να ρίξει και καμία ξαφνική,απροειδοποίητη βροχούλα. Έτσι για το καλό..
     Θα είχα διανύσει κανα δυο χιλιόμετρα στο ποδηλατόδρομο (χωρίς το άγχος μη με πάρει μαζί του κανένα αυτοκίνητο βεβαίως βεβαίως) και διακρίνω στα 50 μέτρα περίπου, μια πάπια να στρογγυλοκάθεται στη μέση του δρομίσκου και να χει πιάσει ψιλή κουβέντα με μια άλλη που καθόταν στην άκρη του δρόμου- την δεύτερη την βρήκα πιο ευγενική! Καθαρόαιμο παιδί της πόλης,έχω συνηθίσει- μάθει από μικρή, οτι οι δρόμοι μου ανήκουν και λέγοντας "μου" εννοώ το μεγαλειώδες ανθρώπινο είδος.Είτε ως οδηγός, είτε ως πεζός.
      Φτάνοντας στην Ολλανδία, είδα για πρώτη φορά στη ζωή μου πάπιες, αλλά μέσα στα κανάλια ή λιγο έξω από αυτά. "Σωστά" πράγματα. Ο κάθένας στη θέση του!! Πλησιάζοντας ακόμα πιο πολύ, ήμουν σίγουρη οτι μόλις με αντιληφθεί θα σηκωθεί για να περάσει η μεγαλειότητά μου. Πράγμα που δεν συνέβει. Η κουβέντα τους είχε ανάψει για τα καλά και μάλλον δεν ήμουν εγώ το θέμα τους, το πιο πιθανό ούτε έξω από το μυαλουδάκι τους να περνουσα. Όμως πλησίαζα και έπρεπε κάτι να κάνω . Η πρώτη σκέψη ήταν το πανηλίθιο και χαζό "ξξξξξξξουτ" αλλά μέσως έφυγε από την σκέψη μου όπως ήρθε και δεν το είπα. Είχα πλησιασει όμως πολύ και αναγκαστικά έκοψα το βήμα για να δω τι θα γίνει και γεμάτη αγωνία πέρασα από δίπλα της . Την ίδια στιγμή κάτι ψέλλισε και σηκώθηκε πηγαίνοντας στην άκρη με βηματισμό -τι άλλο?- πάπιας!!
      Είναι γελοίο λοιπόν πόσο ξένοι είμαστε με οτιδήποτε δεν είναι ανθρωπος. Σχεδόν δεν ήξερα τι να κάνω και πως να συμπεριφερθώ μπροστά σε ένα τόσο φυσικό και όμορφο θέαμα. Και γιατι θα πρέπει να την φοβάμαι? Και γιατί θα πρέπει να με φοβάται?
    Συνέχισα τον δρόμο μου κοιτάζοντας στα πρώτα μέτρα πίσω, μήπως με ακολουθεί κανείς.. Όχι κανείς.
   

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2011

Γενέθλια βαβέλ

         Η πρόσκληση έγραφε οτι το party θα γίνει στις 31 του Ιούλη. 13: 00 με 16: 00 το απόγευμα. Η μαμά αμερικανίδα, ο μπαμπάς ολλανδός. Οι προσκεκλημένοι ήρθαν κουβαλώντας ο καθένας τα δικά του χρώματα κι αρώματα από την ιδιαίτερη πατρίδα, ή από την ιδιαίτεη οικογένεια. Ένα ολλανδοκινεζάκι, δυο αφροολλανδάκια, ένα εκ των οποίων είχε τοοοση ομορφιά που δυστυχώς η φτώχεια των λέξεων σε αυτές τις περιστάσεις είναι αναπόφευκτη: Γαλάζια μάτια, σκούρο δέρμα και από τα κατάσγουρα μαλλιά της αναδύονταν χρυσές αντάυγιες.Και φυσικά μια βέρα ελληνίδα που βρέθηκε εκεί έναν περίεργο Ιούλη, μην ξέρωντας γρι ολλανδικά ή αγγλικα, τις πιθανές δηλαδή γλώσσες επικοινωνίας. Βέβαια, όπως τα περισσότερα παιδιά δεν χρειάζονται καμία γλώσσα για να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, παρά μόνο το βλέμμα, το άγγιγμα, το χαμόγελο, έτσι και το δικό μου παιδί, δεν δυσκολέυτηκε ιδιαίτερα να εγκληματιστει.
        Άν έχει κάτι καλό όλη αυτή η ιστορία με το "μπέρδεμα" των λαών, είναι αυτή: Δυο παιδιά μπορούν να σου διδάξουν οτι δεν χρειάζεται να ξέρεις πόσο μεγάλη και ισχυρή είναι η χώρα μου για να με κάνεις παρέα, πόσο όμορφη είναι ή αν διαθέτει αρχαίο πολιτισμό... Κι όλα αυτά γιατί πρωταρχική σημασία έχει το βλέμμα, τα μάτια και η επικοινωνία μέσα από αυτά. Και όλα τα άλλα μετά έρχονται και συμβιώνουν και παντρευονται μέσα στη ζωή και την κάνουν πιο ενδιαφέρουσα, πιο χρωματιστή, πιο ζωντανή. Με κάθε της χτύπο να είναι κίτρινος, μαύρος ή λευκός κι όμως να μην χάνεται ο ρυθμός αλλά να γίνεται πιο δυνατός.
         'Ιδια η έκπληξη και η χαρά στα μάτια όταν έρχεται το άνοιγμα των δώρων, ίδια η ικανοποίηση στο σβήσιμο των κεριών, ίδια τα καυγαδάκια με τα παιδιά που αγγίζουν τα παιχνίδια μου,ίδια η ζωή ό,τι χρώμα κι αν της φορέσεις, όποια γλώσσα κι αν της μάθεις να μιλά, όποιο θεό κι αν πιστεύει. Η ζωή είναι εκεί και περιμένει να αφήσουμε πίσω τη μεγάλη ιδέα  για τον εαυτό μας και την χώρα μας και μετά από αυτό είναι έτοιμη να μας δώσει όλους τους θησαυρούς της που ψάχναμε καιρό και ήταν μπροστά στα μάτια μας.